Πισθέταιρος
990 οὐκ εἶ θύραζ’ ; ἐς κόρακας .
Χρησμολόγος
οἴμοι δείλαιος .
Πισθέταιρος
991 οὔκουν ἑτέρωσε χρησμολογήσεις ἐκτρέχων ;
Μέτων
992 ἥκω παρ’ ὑμᾶς
Πισθέταιρος
ἕτερον αὖ τουτὶ κακόν .
993 τί δ’ αὖ σὺ δράσων ; τίς δ’ ἰδέα βουλεύματος ;
994 τίς ’πίνοια , τίς κόθορνος τῆς ὁδοῦ ;
Μέτων
995 γεωμετρῆσαι βούλομαι τὸν ἀέρα
996 ὑμῖν διελεῖν τε κατὰ γύας .
Πισθέταιρος
πρὸς τῶν θεῶν
997 σὺ δ’ εἶ τίς ἀνδρῶν ;
Μέτων
ὅστις εἴμ’ ἐγώ ; Μέτων ,
998 ὃν οἶδεν Ἑλλὰς χὠ Κολωνός .
Πισθέταιρος
εἰπέ μοι ,
999 ταυτὶ δέ σοι τί ἔστι ;
Μέτων
κανόνες ἀέρος .
1000 αὐτίκα γὰρ ἀήρ ἐστι τὴν ἰδέαν ὅλος
1001 κατὰ πνιγέα μάλιστα . προσθεὶς οὖν ἐγὼ
1002 τὸν κανόν’ , ἄνωθεν τουτονὶ τὸν καμπύλον
1003 ἐνθεὶς διαβήτην μανθάνεις ;
Πισθέταιρος
1004 οὐ μανθάνω .
Μέτων
ὀρθῷ μετρήσω κανόνι προστιθείς , ἵνα
1005 κύκλος γένηται σοι τετράγωνος κἀν μέσῳ
1006 ἀγορά , φέρουσαι δ’ ὦσιν εἰς αὐτὴν ὁδοὶ
1007 ὀρθαὶ πρὸς αὐτὸ τὸ μέσον , ὥσπερ δ’ ἀστέρος
1008 αὐτοῦ κυκλοτεροῦς ὄντος ὀρθαὶ πανταχῇ