Χορὸς
260 τοροτοροτοροτοροτίξ .
261 κικκαβαῦ κικκαβαῦ .
262 τοροτοροτοροτορολιλιλίξ .
Πισθέταιρος
263 ὁρᾷς τιν’ ὄρνιν ;
Ἐυελπίδης
μὰ τὸν Ἀπόλλω ’γὼ μὲν οὔ ·
264 καίτοι κέχηνά γ’ ἐς τὸν οὐρανὸν βλέπων .
Πισθέταιρος
265 ἄλλως ἄρ’ οὕποψ , ὡς ἔοικ’ , ἐς τὴν λόχμην
266 ἐσβὰς ἐπῷζε χαραδριὸν μιμούμενος .
Ὄρνις
267 τοροτὶξ τοροτίξ .
Πισθέταιρος
268 ὦγάθ’ ἀλλ’ εἶς οὑτοσὶ καὶ δή τις ὄρνις ἔρχεται .
Ἐυελπίδης
269 νὴ Δί’ ὄρνις δῆτα . τίς ποτ’ ἐστίν ; οὐ δήπου ταὧς ;
Πισθέταιρος
270 οὗτος αὐτὸς νῷν φράσει · τίς ἐστιν ὄρνις οὑτοσί ;
Ἔποψ
271 οὗτος οὐ τῶν ἠθάδων τῶνδ’ ὧν ὁρᾶθ’ ὑμεῖς ἀεί ,
272 ἀλλὰ λιμναῖος .
Ἐυελπίδης
βαβαὶ καλός γε καὶ φοινικιοῦς .
Ἔποψ
273 εἰκότως γε · καὶ γὰρ ὄνομ’ αὐτῷ ’στὶ φοινικόπτερος .
Ἐυελπίδης
274 οὗτος σέ τοι .
Πισθέταιρος
τί βωστρεῖς ;
Ἐυελπίδης
ἕτερος ὄρνις οὑτοσί .
Πισθέταιρος
275 νὴ Δί’ ἕτερος δῆτα χοὖτος ἔξεδρον χρόαν ἔχων .
276 τίς ποτ’ ἔσθ’ μουσόμαντις ἄτοπος ὄρνις ὀρειβάτης ;
Ἔποψ
277 ὄνομα τούτῳ Μῆδός ἐστο .
Πισθέταιρος
Μῆδος ; ὦναξ Ἡράκλεις ·
278 εἶτα πῶς ἄνευ καμήλου Μῆδος ὤν εἰσέπτετο ;
Ἐυελπίδης
279 ἕτερος αὖ λόφον κατειληφώς τις ὄρνις οὑτοσί .