Χορός
971 εἶδες εἶδες πᾶσα πόλι τὸν φρόνιμον ἄνδρα τὸν ὑπέρσοφον ,
973 οἷ’ ἔχει σπεισάμενος ἐμπορικὰ χρήματα διεμπολᾶν ,
975 ὧν τὰ μὲν ἐν οἰκίᾳ χρήσιμα , τὰ δ’ αὖ πρέπει χλιαρὰ κατεσθίειν .
976 αὐτόματα πάντ’ ἀγαθὰ τῷδέ γε πορίζεται .
977 οὐδέποτ’ ἐγὼ Πόλεμον οἴκαδ’ ὑποδέξομαι ,
978 οὐδὲ παρ’ ἐμοί ποτε τὸν Ἁρμόδιον ᾄσεται
979 ξυγκατακλινείς , ὅτι παροινικὸς ἀνὴρ ἔφυ ,
980 ὅστις ἐπὶ πάντ’ ἀγάθ’ ἔχοντας ἐπικωμάσας
981 ἠργάσατο πάντα κακά , κἀνέτρεπε κἀξέχει
982 κἀμάχετο καὶ προσέτι πολλὰ προκαλουμένου
983 " πῖνε κατάκεισο λαβὲ τήνδε φιλοτησίαν "
984 τὰς χάρακας ἧπτε πολὺ μᾶλλον ἐν τῷ πυρί ,
985 ἐξέχει θ’ ἡμῶν βίᾳ τὸν οἶνον ἐκ τῶν ἀμπέλων .
986 οὑτοσὶ δ’ ἐπτέρωταί τ’ ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἅμα καὶ μεγάλα δὴ φρονεῖ ,
987 τοῦ βίου δ’ ἐξέβαλε δεῖγμα τάδε τὰ πτερὰ πρὸ τῶν θυρῶν .
988 Κύπριδι τῇ καλῇ καὶ Χάρισι ταῖς φίλαις ξύντροφε Διαλλαγή ,
990 ὡς καλὸν ἔχουσα τὸ πρόσωπον ἄρ’ ἐλάνθανες .
991 πῶς ἂν ἐμὲ καὶ σέ τις Ἔρως ξυναγάγοι λαβών ,
992 ὥσπερ γεγραμμένος ἔχων στέφανον ἀνθέμων .
993 πάνυ γερόντιον ἴσως νενόμικάς με σύ ;
994 ἀλλά σε λαβὼν τρία δοκῶ γ’ ἂν ἔτι προσβαλεῖν ·
995 πρῶτα μὲν ἂν ἀμπελίδος ὄρχον ἐλάσαι μακρόν ,
996 εἶτα παρὰ τόνδε νέα μοσχίδια συκίδων ,
997 καὶ τὸ τρίτον ἡμερίδος ὄρχον , γέρων ὁδί ,
998 καὶ περὶ τὸ χωρίον ἐλᾷδας ἅπαν ἐν κύκλῳ ,
999 ὥστ’ ἀλείφεσθαί σ’ ἀπ’ αὐτῶν κἀμὲ ταῖς νουμηνίαις .