Χορός
931 ἂν μὴ θέρων κατάξῃ .
Δικαιόπολις
932 ἐμοὶ μελήσει ταῦτ’ , ἐπεί
933 τοι καὶ ψοφεῖ λάλον τι καὶ
933a πυρορραγὲς
934 κἄλλως θεοῖσιν ἐχθρόν .
Χορός
935 τί χρήσεταί ποτ’ αὐτῷ ;
Δικαιόπολις
936 πάγχρηστον ἄγγος ἔσται ,
937 κρατὴρ κακῶν , τριπτὴρ δικῶν ,
938 φαίνειν ὑπευθύνους λυχνοῦχος
939 καὶ κύλιξ
939a καὶ πράγματ’ ἐγκυκᾶσθαι .
Χορός
940 πῶς δ’ ἂν πεποιθοίη τις ἀγγείῳ
941 τοιούτῳ χρώμενος
941a κατ’ οἰκίαν
942 τοσόνδ’ ἀεὶ ψοφοῦντι ;
Δικαιόπολις
943 ἰσχυρόν ἐστιν ὦγάθ’ , ὥστ’
944 οὐκ ἂν καταγείη ποτ’ , εἴπερ
944a ἐκ ποδῶν
945 κατωκάρα κρέμαιτο .
Χορός
946 ἤδη καλῶς ἔχει σοι .
Βοιωτός
947 μέλλω γά τοι θερίδδειν .
Χορός
948 ἀλλ’ ξένων βέλτιστε συνθέριζε
949 καὶ τοῦτον λαβὼν
950 πρόσβαλλ’ ὅποι βούλει φέρων
951 πρὸς πάντα συκοφάντην .
Δικαιόπολις
952 μόλις γ’ ἐνέδησα τὸν κακῶς ἀπολούμενον .
953 αἴρου λαβὼν τὸν κέραμον Βοιώτιε .
Βοιωτός
954 ὑπόκυπτε τὰν τύλαν ἰὼν Ἰσμήνιχε .
Δικαιόπολις
955 χὤπως κατοίσεις αὐτὸν εὐλαβούμενος .
956 πάντως μὲν οἴσεις οὐδὲν ὑγιές , ἀλλ’ ὅμως ·
957 κἂν τοῦτο κερδήνῃς ἄγων τὸ φορτίον ,
958 εὐδαιμονήσεις συκοφαντῶν γ’ οὕνεκα .