Δικαιόπολις
471 ἀλλ’ οὐκέτ’ , ἀλλ’ ἄπειμι . καὶ γάρ εἰμ’ ἄγαν
472 ὀχληρός , οὐ δοκῶν με κοιράνους στυγεῖν .
473 οἴμοι κακοδαίμων , ὡς ἀπόλωλ’ . ἐπελαθόμην
474 ἐν ᾧπέρ ἐστι πάντα μοι τὰ πράγματα .
475 Εὐριπίδιον φιλτάτιον καὶ γλυκύτατον ,
476 κάκιστ’ ἀπολοίμην , εἴ τί σ’ αἰτήσαιμ’ ἔτι ,
477 πλὴν ἓν μόνον , τουτὶ μόνον τουτὶ μόνον ,
478 σκάνδικά μοι δὸς μητρόθεν δεδεγμένος .
Εὐριπίδης
479 ἁνὴρ ὑβρίζει · κλῇε πηκτὰ δωμάτων .
Δικαιόπολις
480 θύμ’ ἄνευ σκάνδικος ἐμπορευτέα .
481 ἆρ’ οἶσθ’ ὅσον τὸν ἀγῶν’ ἀγωνιεῖ τάχα ,
482 μέλλων ὑπὲρ Λακεδαιμονίων ἀνδρῶν λέγειν ;
483 πρόβαινέ νυν θυμέ · γραμμὴ δ’ αὑτηί .
484 ἕστηκας ; οὐκ εἶ καταπιὼν Εὐριπίδην ;
485 ἐπῄνεσ’ · ἄγε νυν τάλαινα καρδία
486 ἄπελθ’ ἐκεῖσε , κᾆτα τὴν κεφαλὴν ἐκεῖ
487 παράσχες εἰποῦσ’ ἅττ’ ἂν αὐτῇ σοι δοκῇ .
488 τόλμησον ἴθι χώρησον , ἄγαμαι καρδίας .