Κῆρυξ
43 πάριτ’ ἐς τὸ πρόσθεν ,
44 πάριθ’ , ὡς ἂν ἐντὸς ἦτε τοῦ καθάρματος .
Ἀμφίθεος
45 ἤδη τις εἶπε ;
Κῆρυξ
τίς ἀγορεύειν βούλεται ;
Ἀμφίθεος
46 ἐγώ .
Κῆρυξ
τίς ὤν ;
Ἀμφίθεος
Ἀμφίθεος .
Κῆρυξ
οὐκ ἄνθρωπος ;
Ἀμφίθεος
46e οὔ ,
47 ἀλλ’ ἀθάνατος . γὰρ Ἀμφίθεος Δήμητρος ἦν
48 καὶ Τριπτολέμου · τούτου δὲ Κελεὸς γίγνεται ·
49 γαμεῖ δὲ Κελεὸς Φαιναρέτην τήθην ἐμήν ,
50 ἐξ ἧς Λυκῖνος ἐγένε’ · ἐκ τούτου δ’ ἐγὼ
51 ἀθάνατός εἰμ’ · ἐμοὶ δ’ ἐπέτρεψαν οἱ θεοὶ
52 σπονδὰς ποιεῖσθαι πρὸς Λακεδαιμονίους μόνῳ .
53 ἀλλ’ ἀθάνατος ὢν ὦνδρες ἐφόδι’ οὐκ ἔχω ·
54 οὐ γὰρ διδόασιν οἱ πρυτάνεις .
Κῆρυξ
οἱ τοξόται .
Ἀμφίθεος
55 Τριπτόλεμε καὶ Κελεὲ περιόψεσθέ με ;
Δικαιόπολις
56 ὦνδρες πρυτάνεις ἀδικεῖτε τὴν ἐκκλησίαν
57 τὸν ἄνδρ’ ἀπάγοντες , ὅστις ἡμῖν ἤθελε
58 σπονδὰς ποιεῖσθαι καὶ κρεμάσαι τὰς ἀσπίδας .
Κῆρυξ
59 κάθησο , σῖγα .
Δικαιόπολις
μὰ τὸν Ἀπόλλω ’γὼ μὲν οὔ ,
60 ἢν μὴ περὶ εἰρήνης γε πρυτανεύσητέ μοι .
Κῆρυξ
61 οἱ πρέσβεις οἱ παρὰ βασιλέως .
Δικαιόπολις
62 ποίου βασιλέως ; ἄχθομαι ’γὼ πρέσβεσιν
63 καὶ τοῖς ταὧσι τοῖς τ’ ἀλαζονεύμασιν .
Κῆρυξ
64 σίγα .
Δικαιόπολις
βαβαιάξ . ὦκβάτανα τοῦ σχήματος .