Δαναός
980 παῖδες , Ἀργείοισιν εὔχεσθαι χρεών ,
981 θύειν τε λείβειν θ’ , ὡς θεοῖς , Ὀλυμπίοις ,
982 σπονδάς , ἐπεὶ σωτῆρες οὐ διχορρόπως .
983 καί μου τὰ μὲν πραχθέντα πρὸς τοὺς ἐγγενεῖς
984 φίλους πικρῶς ἤκουσαν αὐτανεψίοις ·
985 ἐμοὶ δ’ ὀπαδοὺς τούσδε καὶ δορυσσόους
986 ἔταξαν , ὡς ἔχοιμι τίμιον γέρας ,
987 καὶ μὴ ’ξ ἀέλπτων δορικανεῖ μόρῳ θανὼν
988 λάθοιμι , χώρᾳ δ’ ἄχθος ἀείζων πέλοι .
989 τοιῶνδε τυγχάνοντας ἐκ πρυμνῆς φρενὸς
990 χάριν σέβεσθαι τιμιωτέραν χρεών .
991 καὶ ταῦθ’ ἅμ’ ἐγγράψασθε πρὸς γεγραμμένοις
992 πολλοῖσιν ἄλλοις σωφρονίσμασιν πατρός ,
993 ἀγνῶθ’ ὅμιλον ἐξελέγχεσθαι χρόνῳ .
994 πᾶς δ’ ἐν μετοίκῳ γλῶσσαν εὔτυκον φέρει
995 κακήν , τό τ’ εἰπεῖν εὐπετὲς μύσαγμά πως .
996 ὑμᾶς δ’ ἐπαινῶ μὴ καταισχύνειν ἐμέ ,
997 ὥραν ἐχούσας τήνδ’ ἐπίστρεπτον βροτοῖς .
998 τέρειν’ ὀπώρα δ’ εὐφύλακτος οὐδαμῶς ·
999 θῆρες δὲ κηραίνουσι καὶ βροτοί , τί μήν ;
1000 καὶ κνώδαλα πτεροῦντα καὶ πεδοστιβῆ .
1001 { καρπώματα στάζοντα κηρύσσει Κύπρις }
1002 { καλωρα κωλύουσαν θωσμένειν ἐρῶ , }
1003 καὶ παρθένων χλιδαῖσιν εὐμόρφοις ἔπι
1004 πᾶς τις παρελθὼν ὄμματος θελκτήριον
1005 τόξευμ’ ἔπεμψεν , ἱμέρου νικώμενος .
1006 πρὸς ταῦτα μὴ πάθωμεν ὧν πολὺς πόνος
1007 πολὺς δὲ πόντος οὕνεκ’ ἠρόθη δορί ,
1008 μηδ’ αἶσχος ἡμῖν , ἡδονὴν δ’ ἐχθροῖς ἐμοῖς
1009 πράξωμεν . οἴκησις δὲ καὶ διπλῆ πάρα
1010 τὴν μὲν Πελασγός , τὴν δὲ καὶ πόλις διδοῖ ,
1011 οἰκεῖν λάτρων ἄτερθεν · εὐπετῆ τάδε .
1012 μόνον φύλαξαι τάσδ’ ἐπιστολὰς πατρός ,
1013 τὸ σωφρονεῖν τιμῶσα τοῦ βίου πλέον .