Χορός
811 οὕτως ἀδελφαῖς χερσὶν ἠναίρονθ’ ἅμα ;
812 οὕτως δαίμων κοινὸς ἦν ἀμφοῖν ἄγαν .
813 αὐτὸς δ’ ἀναλοῖ δῆτα δύσποτμον γένος .
814 τοιαῦτα χαίρειν καὶ δακρύεσθαι πάρα ·
815 πόλιν μὲν εὖ πράσσουσαν , οἱ δ’ ἐπιστάται ,
816 δισσὼ στρατηγώ , διέλαχον σφυρηλάτῳ
817 Σκύθῃ σιδήρῳ κτημάτων παμπησίαν .
818 ἕξουσι δ’ ἣν λάβωσιν ἐν ταφῇ χθονός ,
819 πατρὸς κατ’ εὐχὰς δυσπότμως φορούμενοι .
820 [ πόλις σέσωσται · βασιλέοιν δ’ ὁμοσπόροιν ]
821 [ πέπωκεν αἷμά γαῖ’ ὑπ’ ἀλλήλων φόνῳ . ]
822 μεγάλε Ζεῦ καὶ πολιοῦχοι
823 δαίμονες , οἳ δὴ Κάδμου πύργους
824 τούσδε ῥύεσθε ,
825 πότερον χαίρω κἀπολολύξω
826 πόλεως ἀσινεῖ { σωτῆρι } . . ,
827 τοὺς μογεροὺς καὶ δυσδαίμονας
830 ἀτέκνους κλαύσω πολεμάρχους ;
831 οἳ δῆτ’ ὀρθῶς κατ’ ἐπωνυμίαν
832 καὶ πολυνεικεῖς
ὤλοντ’ ἀσεβεῖ διανοίᾳ .
833 μέλαινα καὶ τελεία
γένεος Οἰδίπου τ’ ἀρά ,
834 κακόν με καρδίαν τι περιπίτνει κρύος .
835 ἔτευξα τύμβῳ μέλος
836 Θυιὰς αἱματοσταγεῖς
837 νεκροὺς κλύουσα δυσμόρως
838 θανόντας · δύσορνις -
839 δε ξυναυλία δορός .
840 ἐξέπραξεν , οὐδ’ ἀπεῖπεν
841 πατρόθεν εὐκταία φάτις ·
842 βουλαὶ δ’ ἄπιστοι Λαΐου διήρκεσαν .
843 μέριμνα δ’ ἀμφὶ πτόλιν ·
844 θέσφατ’ οὐκ ἀμβλύνεται .
845 ἰὼ πολύστονοι , τόδ’ ἠρ -
846 γάσασθ’ ἄπιστον · ἦλθε δ’ αἰ -
847 ακτὰ πήματ’ οὐ λόγῳ .
848 τάδ’ αὐτόδηλα , προῦπτος ἀγγέλου λόγος ·
849 διπλαῖ μέριμναι , { διδυμάνορα }
850 κάκ’ αὐτοφόνα , δίμοιρα τέ -
851 λεια τάδε πάθη . τί φῶ ;
852 τί δ’ ἄλλο γ’ πόνοι πόνων
853 δόμων ἐφέστιοι ;
854 ἀλλὰ γόων , φίλαι , κατ’ οὖρον
855 ἐρέσσετ’ ἀμφὶ κρατὶ πόμπιμον χεροῖν
856 πίτυλον , ὃς αἰὲν δι’ Ἀχέροντ’ ἀμείβεται
857 τὰν ἄστολον μελάγκροκον [ ναύστολον ] θεωρίδα ,
858 τὰν ἀστιβῆ Ἀπόλλωνι , τὰν ἀνάλιον
860 πάνδοκον εἰς ἀφανῆ τε χέρσον .
861 ἀλλὰ γὰρ ἥκουσ’ αἵδ’ ἐπὶ πρᾶγος
862 πικρὸν Ἀντιγόνη τ’ ἠδ’ Ἰσμήνη ,
863 θρῆνον ἀδελφοῖν · οὐκ ἀμφιβόλως
864 οἶμαί σφ’ ἐρατῶν ἐκ βαθυκόλπων
865 στηθέων ἥσειν ἄλγος ἐπάξιον .
866 ἡμᾶς δὲ δίκη πρότερον φήμης
867 τὸν δυσκέλαδόν θ’ ὕμνον Ἐρινύος
868 ἰαχεῖν Ἀίδα τ’
870 ἐχθρὸν παιᾶν’ ἐπιμέλπειν .
871 ἰώ , δυσαδελφόταται πασῶν ὁπόσαι
872 στρόφον ἐσθῆσιν περιβάλλονται ,
873 κλαίω , στένομαι , καὶ δόλος οὐδεὶς
874 μὴ ’κ φρενὸς ὀρθῶς με λιγαίνειν .
875 ἰὼ ἰὼ δύσφρονες ,
876 φίλων ἄπιστοι καὶ κακῶν ἀτρύμονες ,
877 δόμους πατρῴους ἑλόν -
878 τες μέλεοι σὺν αἰχμᾷ .
879 μέλεοι δῆθ’ οἳ μελέους θανάτους
880 εὕροντο δόμων ἐπὶ λύμῃ .
881 ἰὼ ἰὼ δωμάτων
882 ἐρειψίτοιχοι καὶ πικρὰς μοναρχίας
883 ἰδόντες , ἤδη διήλ -
885 λαχθε σὺν σιδάρῳ .
886 κάρτα δ’ ἀληθῆ πατρὸς Οἰδιπόδα
887 πότνι’ Ἐρινὺς ἐπέκρανεν .
888 δι’ εὐωνύμων τετυμμένοι ,
889 τετυμμένοι δῆθ’ ,
890 ὁμοσπλάγχνων τε πλευρωμάτων
891 [ ... ]
892 αἰαῖ δαιμόνιοι ,
893 αἰαῖ δ’ ἀντιφόνων
894 θανάτων ἀραί .
895 διανταίαν λέγεις [ πλαγὰν ] δόμοισι καὶ
896 σώμασιν πεπλαγμένους , [ ἐννέπω ]
897 ἀναυδάτῳ μένει
898 ἀραίῳ τ’ ἐκ πατρὸς
899 οὐ διχόφρονι πότμῳ .
900 διήκει δὲ καὶ πόλιν στόνος ,
901 στένουσι πύργοι ,
902 στένει πέδον φίλανδρον · μένει
903 κτέανα δ’ ἐπιγόνοις ,
904 δι’ ὧν αἰνομόροις ,
905 δι’ ὧν νεῖκος ἔβα
906 [ καὶ ] θανάτου τέλος .
907 ἐμοιράσαντο δ’ ὀξυκάρδιοι
908 κτήμαθ’ , ὥστ’ ἴσον λαχεῖν .
909 διαλλακτῆρι δ’ οὐκ
ἀμεμφεία φίλοις ,
910 οὐδ’ ἐπίχαρις Ἄρης .
911 σιδαρόπλακτοι μὲν ὧδ’ ἔχουσιν ,
912 σιδαρόπλακτοι δὲ τοὺς μένουσι ,
913 τάχ’ ἄν τις εἴποι , τίνες ;
914 τάφων πατρῴων λαχαί .
915 ὅδ’ ἁμῶν μάλ’ ἀχέτας τοὺς
916 προπέμπει δαϊκτὴρ γόος αὐ -
917 τόστονος , αὐτοπήμων ,
918 δαϊόφρων [ δ’ · ] , οὐ φιλογαθής , ἐτύμως
919 δακρυχέων ἐκ φρενός ,
920 κλαιομένας μου μινύθει
921 τοῖνδε δυοῖν ἀνάκτοιν .
922 πάρεστι δ’ εἰπεῖν ἐπ’ ἀθλίοισιν
923 ὡς ἐρξάτην πολλὰ μὲν πολίτας ,
924 ξένων τε πάντων στίχας
925 πολυφθόρους ἐν δαΐ .
926 δυσδαίμων σφιν τεκοῦσα
927 πρὸ πασᾶν γυναικῶν ὁπόσαι
928 τεκνογόνοι κέκληνται .
929 παῖδα τὸν αὑτᾶς πόσιν αὑτᾷ θεμένα
930 τούσδ’ ἔτεχ’ , οἱ δ’ ὧδ’ ἐτελεύ -
931 τασαν ὑπ’ ἀλλαλοφόνοις
932 χερσὶν ὁμοσπόροισιν .
933 ὁμόσποροι δῆτα καὶ πανώλεθροι ,
934 διατομαῖς οὐ φίλοις ,
935 ἔριδι μαινομένᾳ ,
936 νείκεος ἐν τελευτᾷ .
937 πέπαυται δ’ ἔχθος , ἐν δὲ γαίᾳ
938 ζόα φονορύτῳ
939 μέμεικται · κάρτα δ’ εἴσ’ ὅμαιμοι .
940 πικρὸς λυτὴρ νεικέων πόντιος
941 ξεῖνος ἐκ πυρὸς συθεὶς
942 θακτὸς σίδαρος · πικρὸς δὲ χρημάτων
943 κακὸς δατητὰς Ἄρης ἀρὰν πατρῴ -
944 αν τιθεὶς ἀλαθῆ .
945 ἔχουσι μοῖραν λαχόντες οἱ μέλεοι
946 διοδότων ἀχθέων ·
947 ὑπὸ δὲ σώματι γᾶς
948 πλοῦτος ἄβυσσος ἔσται .
949 ἰὼ πολλοῖς ἐπανθίσαντες
950 πόνοισι γενεάν ·
951 τελευταῖαι δ’ ἐπηλάλαξαν
952 Ἀραὶ τὸν ὀξὺν νόμον , τετραμμένου
953 παντρόπῳ φυγᾷ γένους .
954 ἕστακε δ’ Ἄτας τροπαῖον ἐν πύλαις ,
955 ἐν αἷς ἐθείνοντο , καὶ δυοῖν κρατή -
956 σας ἔληξε δαίμων .