Ἐτεοκλής
653 θεομανές τε καὶ θεῶν μέγα στύγος ,
654 πανδάκρυτον ἁμὸν Οἰδίπου γένος ·
655 ὤμοι , πατρὸς δὴ νῦν ἀραὶ τελεσφόροι .
656 ἀλλ’ οὔτε κλαίειν οὔτ’ ὀδύρεσθαι πρέπει ,
657 μὴ καὶ τεκνωθῇ δυσφορώτερος γόος .
658 ἐπωνύμῳ δὲ κάρτα , Πολυνείκει λέγω ,
659 τάχ’ εἰσόμεσθα τοὐπίσημ’ ὅποι τελεῖ ,
660 εἴ νιν κατάξει χρυσότευκτα γράμματα
661 ἐπ’ ἀσπίδος φλύοντα σὺν φοίτῳ φρενῶν .
662 εἰ δ’ Διὸς παῖς παρθένος Δίκη παρῆν
663 ἔργοις ἐκείνου καὶ φρεσίν , τάχ’ ἂν τόδ’ ἦν ·
664 ἀλλ’ οὔτε νιν φυγόντα μητρόθεν σκότον ,
665 οὔτ’ ἐν τροφαῖσιν , οὔτ’ ἐφηβήσαντά πω ,
666 οὔτ’ ἐν γενείου ξυλλογῇ τριχώματος ,
667 Δίκη προσεῖδε καὶ κατηξιώσατο ·
668 οὐδ’ ἐν πατρῴας μὴν χθονὸς κακουχίᾳ
669 οἶμαί νιν αὐτῷ νῦν παραστατεῖν πέλας .
670 δῆτ’ ἂν εἴη πανδίκως ψευδώνυμος
671 Δίκη , ξυνοῦσα φωτὶ παντόλμῳ φρένας .
672 τούτοις πεποιθὼς εἶμι καὶ ξυστήσομαι
673 αὐτός · τίς ἄλλος μᾶλλον ἐνδικώτερος ;
674 ἄρχοντί τ’ ἄρχων καὶ κασιγνήτῳ κάσις ,
675 ἐχθρὸς σὺν ἐχθρῷ στήσομαι . φέρ’ ὡς τάχος
676 κνημῖδας , αἰχμῆς καὶ πέτρων προβλήματα .