Ἐτεοκλής
181 ὑμᾶς ἐρωτῶ , θρέμματ’ οὐκ ἀνασχετά ,
182 ταῦτ’ ἄριστα καὶ πόλει σωτήρια ,
183 στρατῷ τε θάρσος τῷδε πυργηρουμένῳ ,
185 βρέτη πεσούσας πρὸς πολισσούχων θεῶν
186 αὔειν , λακάζειν , σωφρόνων μισήματα ;
187 μήτ’ ἐν κακοῖσι μήτ’ ἐν εὐεστοῖ φίλῃ
188 ξύνοικος εἴην τῷ γυναικείῳ γένει .
189 κρατοῦσα μὲν γὰρ οὐχ ὁμιλητὸν θράσος ,
190 δείσασα δ’ οἴκῳ καὶ πόλει πλέον κακόν .
191 καὶ νῦν πολίταις τάσδε διαδρόμους φυγὰς
192 θεῖσαι διερροθήσατ’ ἄψυχον κάκην ·
193 τὰ τῶν θύραθεν δ’ ὡς ἄριστ’ ὀφέλλεται ,
194 αὐτοὶ δ’ ὑπ’ αὐτῶν ἔνδοθεν πορθούμεθα .
195 τοιαῦτά τἂν γυναιξὶ συνναίων ἔχοις .
196 κεἰ μή τις ἀρχῆς τῆς ἐμῆς ἀκούσεται ,
197 ἀνὴρ γυνή τε χὤ τι τῶν μεταίχμιον ,
198 ψῆφος κατ’ αὐτῶν ὀλεθρία βουλεύσεται ,
199 λευστῆρα δήμου δ’ οὔ τι μὴ φύγῃ μόρον .
200 μέλει γὰρ ἀνδρί , μὴ γυνὴ βουλευέτω ,
201 τἄξωθεν · ἔνδον δ’ οὖσα μὴ βλάβην τίθει .
202 ἤκουσας οὐκ ἤκουσας , κωφῇ λέγω ;