Προμηθεύς
1001 ὀχλεῖς μάτην με κῦμ’ ὅπως παρηγορῶν .
1002 εἰσελθέτω σε μήποθ’ ὡς ἐγὼ Διὸς
1003 γνώμην φοβηθεὶς θηλύνους γενήσομαι ,
1004 καὶ λιπαρήσω τὸν μέγα στυγούμενον
1005 γυναικομίμοις ὑπτιάσμασιν χερῶν
1006 λῦσαί με δεσμῶν τῶνδε · τοῦ παντὸς δέω .