Ἰώ
742 ἰώ μοί μοι , .
Προμηθεύς
743 σὺ δ’ αὖ κέκραγας κἀναμυχθίζῃ ; τί που
744 δράσεις , ὅταν τὰ λοιπὰ πυνθάνῃ κακά ;
Χορός
745 γάρ τι λοιπὸν τῇδε πημάτων ἐρεῖς ;
Προμηθεύς
746 δυσχείμερόν γε πέλαγος ἀτηρᾶς δύης .
Ἰώ
747 τί δῆτ’ ἐμοὶ ζῆν κέρδος , ἀλλ’ οὐκ ἐν τάχει
748 ἔρριψ’ ἐμαυτὴν τῆσδ’ ἀπὸ στύφλου πέτρας ,
749 ὅπως πέδοι σκήψασα τῶν πάντων πόνων
750 ἀπηλλάγην ; κρεῖσσον γὰρ εἰσάπαξ θανεῖν
751 τὰς ἁπάσας ἡμέρας πάσχειν κακῶς .
Προμηθεύς
752 δυσπετῶς ἂν τοὺς ἐμοὺς ἄθλους φέροις ,
753 ὅτῳ θανεῖν μέν ἐστιν οὐ πεπρωμένον ·
754 αὕτη γὰρ ἦν ἂν πημάτων ἀπαλλαγή ·
755 νῦν δ’ οὐδέν ἐστι τέρμα μοι προκείμενον
756 μόχθων , πρὶν ἂν Ζεὺς ἐκπέσῃ τυραννίδος .
Ἰώ
757 γάρ ποτ’ ἔστιν ἐκπεσεῖν ἀρχῆς Δία ;
Προμηθεύς
758 ἥδοι’ ἄν , οἶμαι , τήνδ’ ἰδοῦσα συμφοράν .
Ἰώ
759 πῶς δ’ οὐκ ἄν , ἥτις ἐκ Διὸς πάσχω κακῶς ;
Προμηθεύς
760 ὡς τοίνυν ὄντων τῶνδέ σοι μαθεῖν πάρα .
Ἰώ
761 πρὸς τοῦ τύραννα σκῆπτρα συληθήσεται ;
Προμηθεύς
762 πρὸς αὐτὸς αὑτοῦ κενοφρόνων βουλευμάτων .
Ἰώ
763 ποίῳ τρόπῳ ; σήμηνον , εἰ μή τις βλάβη .
Προμηθεύς
764 γαμεῖ γάμον τοιοῦτον ποτ’ ἀσχαλᾷ .