Ὠκεανός
379 οὔκουν , Προμηθεῦ , τοῦτο γιγνώσκεις , ὅτι
380 ὀργῆς νοσούσης εἰσὶν ἰατροὶ λόγοι ;
Προμηθεύς
381 ἐάν τις ἐν καιρῷ γε μαλθάσσῃ κέαρ
382 καὶ μὴ σφριγῶντα θυμὸν ἰσχναίνῃ βίᾳ .
Ὠκεανός
383 ἐν τῷ προθυμεῖσθαι δὲ καὶ τολμᾶν τίνα
384 ὁρᾷς ἐνοῦσαν ζημίαν ; δίδασκέ με .
Προμηθεύς
385 μόχθον περισσὸν κουφόνουν τ’ εὐηθίαν .
Ὠκεανός
386 ἔα με τῇδε τῇ νόσῳ νοσεῖν , ἐπεὶ
387 κέρδιστον εὖ φρονοῦντα μὴ φρονεῖν δοκεῖν .
Προμηθεύς
388 ἐμὸν δοκήσει τἀμπλάκημ’ εἶναι τόδε .
Ὠκεανός
389 σαφῶς μ’ ἐς οἶκον σὸς λόγος στέλλει πάλιν .
Προμηθεύς
390 μὴ γάρ σε θρῆνος οὑμὸς εἰς ἔχθραν βάλῃ .
Ὠκεανός
391 τῷ νέον θακοῦντι παγκρατεῖς ἕδρας ;
Προμηθεύς
392 τούτου φυλάσσου μή ποτ’ ἀχθεσθῇ κέαρ .
Ὠκεανός
393 σή , Προμηθεῦ , συμφορὰ διδάσκαλος .
Προμηθεύς
394 στέλλου , κομίζου , σῷζε τὸν παρόντα νοῦν .
Ὠκεανός
395 ὁρμωμένῳ μοι τόνδ’ ἐθώυξας λόγον .
396 λευρὸν γὰρ οἷμον αἰθέρος ψαίρει πτεροῖς
397 τετρασκελὴς οἰωνός · ἄσμενος δέ τἂν
398 σταθμοῖς ἐν οἰκείοισι κάμψειεν γόνυ .