Ξέρξης
932 ὅδ’ ἐγώ , οἰοῖ , αἰακτὸς
933 μέλεος γέννᾳ γᾷ τε πατρῴᾳ
934 κακὸν ἄρ’ ἐγενόμαν .
Χορός
935 πρόσφθογγόν σοι νόστου τὰν
936 κακοφάτιδα βοάν ,
937 κακομέλετον ἰὰν
938 Μαριανδυνοῦ θρηνητῆρος
939 πέμψω πέμψω ,
940 πολύδακρυν ἰαχάν .
Ξέρξης
941 ἵετ’ αἰανῆ [ καὶ ] πάνδυρτον
942 δύσθροον αὐδάν . δαίμων γὰρ ὅδ’ αὖ
943 μετάτροπος ἐπ’ ἐμοί .
Χορός
944 ἥσω τοι τὰν πάνδυρτον ,
945 σὰ πάθη τε σέβων
946 ἁλίτυπά τε βάρη ,
947 πόλεως γέννας πενθητῆρος ·
948 κλάγξω κλάγξω
949 δὲ γόον ἀρίδακρυν .
Ξέρξης
950 Ἰάνων γὰρ ἀπηύρα ,
951 Ἰάνων ναύφρακτος
952 Ἄρης ἑτεραλκὴς
953 νυχίαν πλάκα κερσάμενος
954 δυσδαίμονά τ’ ἀκτάν .