Δαρεῖος
697 ἀλλ’ ἐπεὶ κάτωθεν ἦλθον σοῖς γόοις πεπεισμένος ,
698 μή τι μακιστῆρα μῦθον , ἀλλὰ σύντομον λέγων
699 εἰπὲ καὶ πέραινε πάντα , τὴν ἐμὴν αἰδῶ μεθείς .
Χορός
700 δίεμαι μὲν χαρίσασθαι ,
701 δίεμαι δ’ ἀντία φάσθαι ,
702 λέξας δύσλεκτα φίλοισιν .
Δαρεῖος
703 ἀλλ’ ἐπεὶ δέος παλαιὸν σοὶ φρενῶν ἀνθίσταται ,
704 τῶν ἐμῶν λέκτρων γεραιὰ ξύννομ’ εὐγενὲς γύναι ,
705 κλαυμάτων λήξασα τῶνδε καὶ γόων σαφές τί μοι
706 λέξον · ἀνθρώπεια δ’ ἄν τοι πήματ’ ἂν τύχοι βροτοῖς .
707 πολλὰ μὲν γὰρ ἐκ θαλάσσης , πολλὰ δ’ ἐκ χέρσου κακὰ
708 γίγνεται θνητοῖς , μάσσων βίοτος ἢν ταθῇ , πρόσω .