Ὀρέστης
973 ἴδεσθε χώρας τὴν διπλῆν τυραννίδα
974 πατροκτόνους τε δωμάτων πορθήτορας .
975 σεμνοὶ μὲν ἦσαν ἐν θρόνοις τόθ’ ἥμενοι ,
976 φίλοι δὲ καὶ νῦν , ὡς ἐπεικάσαι πάθη
977 πάρεστιν , ὅρκος τ’ ἐμμένει πιστώμασι .
978 ξυνώμοσαν μὲν θάνατον ἀθλίῳ πατρὶ
979 καὶ ξυνθανεῖσθαι · καὶ τάδ’ εὐόρκως ἔχει .
980 ἴδεσθε δ’ αὖτε , τῶνδ’ ἐπήκοοι κακῶν ,
981 τὸ μηχάνημα , δεσμὸν ἀθλίῳ πατρί ,
982 πέδας τε χειροῖν καὶ ποδοῖν ξυνωρίδα .
983 ἐκτείνατ’ αὐτὸ καὶ κύκλῳ παρασταδὸν
984 στέγαστρον ἀνδρὸς δείξαθ’ , ὡς ἴδῃ πατήρ ,
985 οὐχ οὑμός , ἀλλ’ πάντ’ ἐποπτεύων τάδε
986 Ἥλιος , ἄναγνα μητρὸς ἔργα τῆς ἐμῆς ,
987 ὡς ἂν παρῇ μοι μάρτυς ἐν δίκῃ ποτέ ,
988 ὡς τόνδ’ ἐγὼ μετῆλθον ἐνδίκως μόρον
989 τὸν μητρός · Αἰγίσθου γὰρ οὐ λέγω μόρον ·
990 ἔχει γὰρ αἰσχυντῆρος , ὡς νόμος , δίκην ·
991 ἥτις δ’ ἐπ’ ἀνδρὶ τοῦτ’ ἐμήσατο στύγος ,
992 ἐξ οὗ τέκνων ἤνεγχ’ ὑπὸ ζώνην βάρος ,
993 φίλον τέως , νῦν δ’ ἐχθρόν , ὡς φαίνει , κακόν ,
994 τί σοι δοκεῖ ; μύραινά γ’ εἴτ’ ἔχιδν’ ἔφυ
995 σήπειν θιγοῦσ’ ἂν ἄλλον οὐ δεδηγμένον
996 τόλμης ἕκατι κἀκδίκου φρονήματος .
997 τί νιν προσείπω , κἂν τύχω μάλ’ εὐστομῶν ;
998 ἄγρευμα θηρός , νεκροῦ ποδένδυτον
999 δροίτης κατασκήνωμα ; δίκτυον μὲν οὖν ,
1000 ἄρκυν τ’ ἂν εἴποις καὶ ποδιστῆρας πέπλους .
1001 τοιοῦτον ἂν κτήσαιτο φηλήτης ἀνήρ ,
1002 ξένων ἀπαιόλημα κἀργυροστερῆ
1003 βίον νομίζων , τῷδέ τ’ ἂν δολώματι
1004 πολλοὺς ἀναιρῶν πολλὰ θερμαίνοι φρένα .
1005 τοιάδ’ ἐμοὶ ξύνοικος ἐν δόμοισι μὴ
1006 γένοιτ’ · ὀλοίμην πρόσθεν ἐκ θεῶν ἄπαις .