Κλυταιμνήστρα
908 ἐγώ σ’ ἔθρεψα , σὺν δὲ γηράναι θέλω .
Ὀρέστης
909 πατροκτονοῦσα γὰρ ξυνοικήσεις ἐμοί ;
Κλυταιμνήστρα
910 Μοῖρα τούτων , τέκνον , παραιτία .
Ὀρέστης
911 καὶ τόνδε τοίνυν Μοῖρ’ ἐπόρσυνεν μόρον .
Κλυταιμνήστρα
912 οὐδὲν σεβίζῃ γενεθλίους ἀράς , τέκνον ;
Ὀρέστης
913 τεκοῦσα γάρ μ’ ἔρριψας ἐς τὸ δυστυχές .
Κλυταιμνήστρα
914 οὔτοι σ’ ἀπέρριψ’ εἰς δόμους δορυξένους .
Ὀρέστης
915 αἰκῶς ἐπράθην ὢν ἐλευθέρου πατρός .
Κλυταιμνήστρα
916 ποῦ δῆθ’ τῖμος , ὅντιν’ ἀντεδεξάμην ;
Ὀρέστης
917 αἰσχύνομαί σοι τοῦτ’ ὀνειδίσαι σαφῶς .
Κλυταιμνήστρα
918 μὴ ἀλλ’ εἴφ’ ὁμοίως καὶ πατρὸς τοῦ σοῦ μάτας .
Ὀρέστης
919 μὴ ’λεγχε τὸν πονοῦντ’ ἔσω καθημένη .
Κλυταιμνήστρα
920 ἄλγος γυναιξὶν ἀνδρὸς εἴργεσθαι , τέκνον .
Ὀρέστης
921 τρέφει δέ γ’ ἀνδρὸς μόχθος ἡμένας ἔσω .
Κλυταιμνήστρα
922 κτενεῖν ἔοικας , τέκνον , τὴν μητέρα .
Ὀρέστης
923 σύ τοι σεαυτήν , οὐκ ἐγώ , κατακτενεῖς .
Κλυταιμνήστρα
924 ὅρα , φύλαξαι μητρὸς ἐγκότους κύνας .