Οἰκέτης
875 οἴμοι , πανοίμοι δεσπότου πεπληγμένου ·
876 οἴμοι μάλ’ αὖθις ἐν τρίτοις προσφθέγμασιν .
877 Αἴγισθος οὐκέτ’ ἔστιν . ἀλλ’ ἀνοίξατε
878 ὅπως τάχιστα , καὶ γυναικείους πύλας
879 μοχλοῖς χαλᾶτε · καὶ μάλ’ ἡβῶντος δὲ δεῖ ,
880 οὐχ ὡς δ’ ἀρῆξαι διαπεπραγμένῳ · τί γάρ ;
881 ἰοὺ ἰού .
882 κωφοῖς ἀυτῶ καὶ καθεύδουσιν μάτην
883 ἄκραντα βάζω ; ποῖ Κλυταιμήστρα ; τί δρᾷ ;
884 ἔοικε νῦν αὐτῆς ἐπὶ ξυροῦ πέλας
αὐχὴν πεσεῖσθαι πρὸς δίκην πεπληγμένος .
Κλυταιμνήστρα
885 τί δ’ ἐστὶ χρῆμα ; τίνα βοὴν ἵστης δόμοις ;
Οἰκέτης
886 τὸν ζῶντα καίνειν τοὺς τεθνηκότας λέγω .
Κλυταιμνήστρα
887 οἲ ’γώ . ξυνῆκα τοὔπος ἐξ αἰνιγμάτων .
888 δόλοις ὀλούμεθ’ , ὥσπερ οὖν ἐκτείναμεν .
889 δοίη τις ἀνδροκμῆτα πέλεκυν ὡς τάχος ·
890 εἰδῶμεν εἰ νικῶμεν , νικώμεθα ·
891 ἐνταῦθα γὰρ δὴ τοῦδ’ ἀφικόμην κακοῦ .