Ὀρέστης
674 ξένος μέν εἰμι Δαυλιεὺς ἐκ Φωκέων ·
675 στείχοντα δ’ αὐτόφορτον οἰκείᾳ σαγῇ
676 εἰς Ἄργος , ὥσπερ δεῦρ’ ἀπεζύγην πόδα ,
677 ἀγνὼς πρὸς ἀγνῶτ’ εἶπε συμβαλὼν ἀνήρ ,
678 ἐξιστορήσας καὶ σαφηνίσας ὁδόν ,
679 Στροφίος Φωκεύς · πεύθομαι γὰρ ἐν λόγῳ
680 " ἐπείπερ ἄλλως , ξέν’ , εἰς Ἄργος κίεις , "
681 " πρὸς τοὺς τεκόντας πανδίκως μεμνημένος "
682 " τεθνεῶτ’ Ὀρέστην εἰπέ , μηδαμῶς λάθῃ . "
683 " εἴτ’ οὖν κομίζειν δόξα νικήσει φίλων , "
684 " εἴτ’ οὖν μέτοικον , εἰς τὸ πᾶν ἀεὶ ξένον , "
685 " θάπτειν , ἐφετμὰς τάσδε πόρθμευσον πάλιν . "
686 " νῦν γὰρ λέβητος χαλκέου πλευρώματα "
687 " σποδὸν κέκευθεν ἀνδρὸς εὖ κεκλαυμένου . "
688 τοσαῦτ’ ἀκούσας εἶπον . εἰ δὲ τυγχάνω
689 τοῖς κυρίοισι καὶ προσήκουσιν λέγων
690 οὐκ οἶδα , τὸν τεκόντα δ’ εἰκὸς εἰδέναι .