Ὀρέστης
653 παῖ παῖ , θύρας ἄκουσον ἑρκείας κτύπον .
654 τίς ἔνδον , παῖ , παῖ , μάλ’ αὖθις , ἐν δόμοις ;
655 τρίτον τόδ’ ἐκπέραμα δωμάτων καλῶ ,
656 εἴπερ φιλόξεν’ ἐστὶν Αἰγίσθου διαί .
Οἰκέτης
657 εἶεν , ἀκούω · ποδαπὸς ξένος ; πόθεν ;
Ὀρέστης
658 ἄγγελλε τοῖσι κυρίοισι δωμάτων ,
659 πρὸς οὕσπερ ἥκω καὶ φέρω καινοὺς λόγους .
660 τάχυνε δ’ , ὡς καὶ νυκτὸς ἅρμ’ ἐπείγεται
661 σκοτεινόν , ὥρα δ’ ἐμπόρους καθιέναι
662 ἄγκυραν ἐν δόμοισι πανδόκοις ξένων .
663 ἐξελθέτω τις δωμάτων τελεσφόρος
664 γυνὴ τόπαρχος , ἄνδρα δ’ εὐπρεπέστερον ·
665 αἰδὼς γὰρ ἐν λεχθεῖσιν οὐκ ἐπαργέμους
666 λόγους τίθησιν · εἶπε θαρσήσας ἀνὴρ
667 πρὸς ἄνδρα κἀσήμηνεν ἐμφανὲς τέκμαρ .