Ὀρέστης
246 Ζεῦ Ζεῦ , θεωρὸς τῶνδε πραγμάτων γενοῦ ·
247 ἰδοῦ δὲ γένναν εὖνιν αἰετοῦ πατρός ,
248 θανόντος ἐν πλεκταῖσι καὶ σπειράμασιν
249 δεινῆς ἐχίδνης . τοὺς δ’ ἀπωρφανισμένους
250 νῆστις πιέζει λιμός · οὐ γὰρ ἐντελεῖς
251 θήραν πατρῴαν προσφέρειν σκηνήμασιν .
252 οὕτω δὲ κἀμὲ τήνδε τ’ , Ἠλέκτραν λέγω ,
253 ἰδεῖν πάρεστί σοι , πατροστερῆ γόνον ,
254 ἄμφω φυγὴν ἔχοντε τὴν αὐτὴν δόμων .
255 καὶ τοῦ θυτῆρος καί σε τιμῶντος μέγα
256 πατρὸς νεοσσοὺς τούσδ’ ἀποφθείρας πόθεν
257 ἕξεις ὁμοίας χειρὸς εὔθοινον γέρας ;
258 οὔτ’ αἰετοῦ γένεθλ’ ἀποφθείρας , πάλιν
259 πέμπειν ἔχοις ἂν σήματ’ εὐπιθῆ βροτοῖς ·
260 οὔτ’ ἀρχικός σοι πᾶς ὅδ’ αὐανθεὶς πυθμὴν
261 βωμοῖς ἀρήξει βουθύτοις ἐν ἤμασιν .
262 κόμιζ’ , ἀπὸ σμικροῦ δ’ ἂν ἄρειας μέγαν
263 δόμον , δοκοῦντα κάρτα νῦν πεπτωκέναι .