Χορός
1643 τί δὴ τὸν ἄνδρα τόνδ’ ἀπὸ ψυχῆς κακῆς
1644 οὐκ αὐτὸς ἠνάριζες , ἀλλά νιν γυνὴ
1645 χώρας μίασμα καὶ θεῶν ἐγχωρίων
1646 ἔκτειν’ ; Ὀρέστης ἆρά που βλέπει φάος ,
1647 ὅπως κατελθὼν δεῦρο πρευμενεῖ τύχῃ
1648 ἀμφοῖν γένηται τοῖνδε παγκρατὴς φονεύς ;
Αἴγισθος
1649 ἀλλ’ ἐπεὶ δοκεῖς τάδ’ ἔρδειν καὶ λέγειν , γνώσῃ τάχα
1650 εἶα δή , φίλοι λοχῖται , τοὔργον οὐχ ἑκὰς τόδε .
Χορός
1651 εἶα δή , ξίφος πρόκωπον πᾶς τις εὐτρεπιζέτω .
Αἴγισθος
1652 ἀλλὰ κἀγὼ μὴν πρόκωπος οὐκ ἀναίνομαι θανεῖν .
Χορός
1653 δεχομένοις λέγεις θανεῖν σε · τὴν τύχην δ’ αἱρούμεθα .