Κλυταιμήστρα
1372 πολλῶν πάροιθεν καιρίως εἰρημένων
1373 τἀναντί’ εἰπεῖν οὐκ ἐπαισχυνθήσομαι .
1374 πῶς γάρ τις ἐχθροῖς ἐχθρὰ πορσύνων , φίλοις
1375 δοκοῦσιν εἶναι , πημονῆς ἀρκύστατ’ ἂν
1376 φράξειεν , ὕψος κρεῖσσον ἐκπηδήματος ;
1377 ἐμοὶ δ’ ἀγὼν ὅδ’ οὐκ ἀφρόντιστος πάλαι
1378 νείκης παλαιᾶς ἦλθε , σὺν χρόνῳ γε μήν ·
1379 ἕστηκα δ’ ἔνθ’ ἔπαισ’ ἐπ’ ἐξειργασμένοις .
1380 οὕτω δ’ ἔπραξα , καὶ τάδ’ οὐκ ἀρνήσομαι ·
1381 ὡς μήτε φεύγειν μήτ’ ἀμύνεσθαι μόρον ,
1382 ἄπειρον ἀμφίβληστρον , ὥσπερ ἰχθύων ,
1383 περιστιχίζω , πλοῦτον εἵματος κακόν .
1384 παίω δέ νιν δίς · κἀν δυοῖν οἰμωγμάτοιν
1385 μεθῆκεν αὑτοῦ κῶλα · καὶ πεπτωκότι
1386 τρίτην ἐπενδίδωμι , τοῦ κατὰ χθονὸς
1387 Διὸς νεκρῶν σωτῆρος εὐκταίαν χάριν .
1388 οὕτω τὸν αὑτοῦ θυμὸν ὁρμαίνει πεσών ·
1389 κἀκφυσιῶν ὀξεῖαν αἵματος σφαγὴν
1390 βάλλει μ’ ἐρεμνῇ ψακάδι φοινίας δρόσου ,
1391 χαίρουσαν οὐδὲν ἧσσον διοσδότῳ
1392 γάνει σπορητὸς κάλυκος ἐν λοχεύμασιν .
1393 ὡς ὧδ’ ἐχόντων , πρέσβος Ἀργείων τόδε ,
1394 χαίροιτ’ ἄν , εἰ χαίροιτ’ , ἐγὼ δ’ ἐπεύχομαι .
1395 εἰ δ’ ἦν πρεπόντων ὥστ’ ἐπισπένδειν νεκρῷ ,
1396 τῷδ’ ἂν δικαίως ἦν , ὑπερδίκως μὲν οὖν .
1397 τοσῶνδε κρατῆρ’ ἐν δόμοις κακῶν ὅδε
1398 πλήσας ἀραίων αὐτὸς ἐκπίνει μολών .