Κασάνδρα
1214 ἰοὺ ἰού , κακά .
1215 ὑπ’ αὖ με δεινὸς ὀρθομαντείας πόνος
1216 στροβεῖ ταράσσων φροιμίοις { δυσφροιμίοις } .
1217 ὁρᾶτε τούσδε τοὺς δόμοις ἐφημένους
1218 νέους , ὀνείρων προσφερεῖς μορφώμασιν ;
1219 παῖδες θανόντες ὡσπερεὶ πρὸς τῶν φίλων ,
1220 χεῖρας κρεῶν πλήθοντες οἰκείας βορᾶς ,
1221 σὺν ἐντέροις τε σπλάγχν’ , ἐποίκτιστον γέμος ,
1222 πρέπουσ’ ἔχοντες , ὧν πατὴρ ἐγεύσατο .
1223 ἐκ τῶνδε ποινὰς φημὶ βουλεύειν τινὰ
1224 λέοντ’ ἄναλκιν ἐν λέχει στρωφώμενον
1225 οἰκουρόν , οἴμοι , τῷ μολόντι δεσπότῃ
1226 ἐμῷ · φέρειν γὰρ χρὴ τὸ δούλιον ζυγόν ·
1227 νεῶν τ’ ἄπαρχος Ἰλίου τ’ ἀναστάτης
1228 οὐκ οἶδεν οἷα γλῶσσα μισητῆς κυνὸς
1229 λείξασα κἀκτείνασα φαιδρὸν οὖς , δίκην
1230 Ἄτης λαθραίου , τεύξεται κακῇ τύχῃ .
1231 τοιάδε τόλμα · θῆλυς ἄρσενος φονεὺς
1232 ἔστιν . τί νιν καλοῦσα δυσφιλὲς δάκος
1233 τύχοιμ’ ἄν ; ἀμφίσβαιναν , Σκύλλαν τινὰ
1234 οἰκοῦσαν ἐν πέτραισι , ναυτίλων βλάβην ,
1235 θύουσαν Ἅιδου μητέρ’ ἄσπονδόν τ’ Ἄρη
1236 φίλοις πνέουσαν ; ὡς δ’ ἐπωλολύξατο
1237 παντότολμος , ὥσπερ ἐν μάχης τροπῇ ,
1238 δοκεῖ δὲ χαίρειν νοστίμῳ σωτηρίᾳ .
1239 καὶ τῶνδ’ ὅμοιον εἴ τι μὴ πείθω · τί γάρ ;
1240 τὸ μέλλον ἥξει . καὶ σύ μ’ ἐν τάχει παρὼν
1241 ἄγαν γ’ ἀληθόμαντιν οἰκτίρας ἐρεῖς .