Κασάνδρα
1178 καὶ μὴν χρησμὸς οὐκέτ’ ἐκ καλυμμάτων
1179 ἔσται δεδορκὼς νεογάμου νύμφης δίκην ·
1180 λαμπρὸς δ’ ἔοικεν ἡλίου πρὸς ἀντολὰς
1181 πνέων ἐσᾴξειν , ὥστε κύματος δίκην
1182 κλύζειν πρὸς αὐγὰς τοῦδε πήματος πολὺ
1183 μεῖζον · φρενώσω δ’ οὐκέτ’ ἐξ αἰνιγμάτων .
1184 καὶ μαρτυρεῖτε συνδρόμως ἴχνος κακῶν
1185 ῥινηλατούσῃ τῶν πάλαι πεπραγμένων .
1186 τὴν γὰρ στέγην τήνδ’ οὔποτ’ ἐκλείπει χορὸς
1187 ξύμφθογγος οὐκ εὔφωνος · οὐ γὰρ εὖ λέγει .
1188 καὶ μὴν πεπωκώς γ’ , ὡς θρασύνεσθαι πλέον ,
1189 βρότειον αἷμα κῶμος ἐν δόμοις μένει ,
1190 δύσπεμπτος ἔξω , συγγόνων Ἐρινύων .
1191 ὑμνοῦσι δ’ ὕμνον δώμασιν προσήμεναι
1192 πρώταρχον ἄτην · ἐν μέρει δ’ ἀπέπτυσαν
1193 εὐνὰς ἀδελφοῦ τῷ πατοῦντι δυσμενεῖς .
1194 ἥμαρτον , θηρῶ τι τοξότης τις ὥς ;
1195 ψευδόμαντίς εἰμι θυροκόπος φλέδων ;
1196 ἐκμαρτύρησον προυμόσας τό μ’ εἰδέναι
1197 λόγῳ παλαιὰς τῶνδ’ ἁμαρτίας δόμων .